Η Χοντρομπαλού

—Μια Κυριακή στην Κοκκινιά
στην παιδική μου γειτονιά
είδα μια γριά χοντρομπαλού
που ο νους της έτρεχε αλλού.

Την κοίταξα με κοίταξε
σαν κουκουβάγια σε μπαξέ
και μου ’πε με φωνή θολή
που μάνα θύμιζε τρελή:

—Σε χώμα φύτρωσα ζεστό
αιώνες πριν απ’ το Χριστό.
Ζούσα καλά κι ευχάριστα
κι έπαιρνα μόνο άριστα.

Μα σαν προχώρησε ο καιρός
έγινε ο κόσμος μοχθηρός
και με βατέψανε που λες
αράδα βάρβαρες φυλές

Σελτζούκοι Σλάβοι Ενετοί
λες κι ήταν όλοι τους βαλτοί.
Τότε κατάλαβα γιατί
καμένο ήμουνα χαρτί
δίχως χαρά δίχως γιορτή.

Σιγά σιγά και ταπεινά
μ’ αγώνες και με βάσανα
καινούργια έβγαλα φτερά
μα ήρθαν τα χειρότερα.

Είδα τα ίδια μου παιδιά
να δίνουν σ’ άλλους τα κλειδιά
και με χιλιάδες ψέματα
με προδοσίες κι αίματα
να μου σπαράζουν την καρδιά.

Γι’ αυτό μια νύχτα σκοτεινή
θ’ ανέβω στην Καισαριανή
με κουρασμένα βήματα
να κλάψω για τα θύματα
στ’ αραχνιασμένα μνήματα.

Κι εκεί ψηλά στον Υμηττό
αντίκρυ στο Λυκαβηττό
μικρό κεράκι θα κρατώ
να φέγγει χρόνους εκατό.

 

 

 

* [Όλα τα τραγούδια pages 456–457]

[From ΤΑ ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ. See page 445.]