Τα φλουριά

Σ’ έρημο φαράγγι σε λυκοποριά
έχασα μαντήλι μ’ εκατό φλουριά
ξόρκισα το χώμα έκανα σταυρό
πριν αποσπερώσει να τα βρω.

Τότε καρασκέρι γροίκησα μακριά
κι είδα μες στον ήλιο στην κακοπετριά
τρεις αλογολάτες με βαριά σπαθιά
και τις αλυσίδες αρμαθιά.

Τι ’ναι το κισμέτι τι ’ναι το γραφτό!
πριν το μονοπάτι πάρω να κρυφτώ
μου ’στησαν καρτέρι σε μια πατουλιά
και με κλαίγαν δέντρα και πουλιά.

Ήταν μαύρη Τρίτη μαύρο δειλινό
κι έχασα τον κόσμο και τον ουρανό
σε μεγάλο κάστρο σε βαθιά σπηλιά
με τους πεθαμένους αγκαλιά.

Ώσπου κάποιο βράδυ τρίξαν οι αρμοί
κι άστραψε στην πόρτα λυγερό κορμί
μια βασιλοπούλα σαν τη Μαξιμώ
που ’χε δυο φιδάκια στο λαιμό.

Πάρε, λέει, τα φίδια βάλ’ τα στην καρδιά
και μεγάλωσέ τα σα μικρά παιδιά
το ’να είν’ ο Δράκος τ’ άλλο ο Διγενής
άξιο τους αδέρφι να γενείς.

Κράτησα τα φίδια μες στην ερημιά
βιος μου και ρεγάλο και κληρονομιά
μου ’φερναν καρύδια γάλα και ψωμί
δίχως να γυρεύουν πλερωμή.

Κι όταν κάποια νύχτα σώπασε η φωτιά
σκάψανε του τοίχου τη ραγισματιά
βρήκαν κερκοπόρτα και πρωί πρωί
μου ’δειξαν το δρόμο στη ζωή.

Τώρα τι σ’ τα λέω τι σ’ τα μολογώ
μάθε μόνο τούτο πόμαθα κι εγώ:
αν κρατάς χρυσάφι πλούτη και φλουριά
δεν κατέχεις τι ’ναι λευτεριά.

 

 

 

* [Όλα τα τραγούδια pages 284–285]

Απ’ όλους τους Δροσουλίτες, τους στίχους αυτού του τραγουδιού ξεχώριζε ο Γκάτσος. Φανερές οι αναφορές στο Έπος του Διγενή, καθώς και οι επιρροές από το δημοτικό τραγούδι.
λυκοποριά: τόπος ή πέρασμα λύκων.
(πριν) αποσπερώσει: λέξη μάλλον επινοημένη από τον Γκάτσο για να αποδώσει την έννοια «πριν έρθει η εσπέρα, προτού βραδιάσει». 
καρασκέρι: μαύρο ασκέρι, μαύρος στρατός.
γροίκησα < γροικώ: ακούω.
κακοπετριά: δύσβατη, βραχώδης, άδενδρη και άνυδρη περιοχή.
κισμέτι: μοίρα, πεπρωμένο, ριζικό, γραφτό.
πατουλιά: βατουλιά, συστάδα βάτων.
ρεγάλο: δώρο.
κερκοπόρτα < κερκόπορτα < κέρκος (ουρά) + πόρτα: σύμφωνα με τον θρύλο, μικρή μυστική πόρτα στα τείχη της Κωνσταντινούπολης που είχε ξεχαστεί αφύλαχτη κι από κει μπήκε ο εχθρός κι η Πόλη έπεσε.

[From ΔΡΟΣΟΥΛΙΤΕΣ. See page 263.]